Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2009

ΕΞΩΔΙΚΟ ΣΤΗΝ ΕΝΕ



ΕΝΩΠΙΟΝ ΠΑΝΤΟΣ ΑΡΜΟΔΙΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΑΡΧΗΣ
ΕΞΩΔΙΚΗ ΔΗΛΩΣΗ – ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ

Του Κωνσταντίνου Μπουμπάρη του Βασιλείου, κατοίκου Θεσσαλονίκης, οδός Αργυρίου Εφταλιώτη, αρ. 4.
ΠΡΟΣ
Το ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «Ένωση Νοσηλευτών-τριων Ελλάδας», που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού Βασ. Σοφίας, αρ. 47, όπως νόμιμα εκπροσωπείται.


************************

Με την υπ’ αριθμ. 1/6.4.2009 απόφασή του, το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο σας, μου επέβαλε την πειθαρχική ποινή της διαγραφής από μέλος σας, για χρονικό διάστημα τεσσάρων (4) μηνών, για υποτιθέμενα πειθαρχικά παραπτώματα, που, δήθεν, τέλεσα και τα οποία, σε καμία περίπτωση, δεν αποδείχθηκαν, ενώ αμφισβητείται και η νομιμότητα και εγκυρότητα της όλης πειθαρχικής διαδικασίας.
Ακολούθως, με το με αριθμ. πρωτ. 04-2363/27.04.2009 διαβιβαστικό έγγραφό σας, διαβιβάσατε δια του 4ου Περιφερειακού Τμήματος Μακεδονίας, την ως άνω απόφαση του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου προς: 1) τον Διοικητή του Γ.Ν.Θ. «Ιπποκράτειο», στο οποίο υπηρετώ ως δημόσιος υπάλληλος- νοσηλευτής και 2) την Νομαρχία Θεσσαλονίκης, επί τω τέλει, όπως ανακληθεί η άδεια άσκησης του επαγγέλματος μου και χωρήσει η προσωρινή απόλυσή μου και παύση μου από το δημοσιουπαλληλικό μου καθήκον, στο ως άνω νοσοκομείο.

Συνεπεία του ως άνω διαβιβαστικού εγγράφου σας, ανακλήθηκε η άδεια άσκησης του επαγγέλματος μου, με την με αριθμ. 24/Γ2/19029/15.7.2009 απόφαση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης.
 Ήδη, όμως, από 23.06.2009, σας είχε καταστεί γνωστή, δια της με αριθμ. πρωτ. Υ10β/Γ.Π.55541 ερμηνευτικής εγκυκλίου του ΥΚΚΑ (Δ/νση Προσωπικού Ν.Π.), η αποδοχή, από τον πρώην Υπουργό του ΥΚΚΑ, της με αριθμ. 107/2009 γνωμοδότησης του Νομικού συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με την οποία : «η εν λόγω κύρωση (πειθαρχική δίωξη, επιβολή πειθαρχικής ποινής, και, αναλόγως, αυτής, η αυτοδίκαιη αναστολή της άδειας άσκησης επαγγέλματος) δεν μπορεί να επιβληθεί σε βάρος νοσηλευτή – δημοσίου υπαλλήλου, είτε αυτός είναι μέλος της Ε.Ν.Ε., είτε όχι, και πάντως άν ήθελε επιβληθεί τέτοια κύρωση, η προβλεπόμενη υπό της διατάξεως, αυτοδίκαιη αναστολή της άδειας άσκησης επαγγέλματος, ουδόλως θα επηρέαζε την παροχή των νοσηλευτικών του καθηκόντων στο ν.π.δ.δ., όπου υπηρετεί. Τούτο διότι ο δημόσιος υπάλληλος νοσηλευτής επιτελεί το δημοσιουπαλληλικό καθήκον του κλάδου του, ως εκ της ιδιότητάς του ως δημοσίου υπαλλήλου, διορισμένου σε συγκεκριμένη οργανική θέση, ορισμένου κλάδου και όχι ως εκ της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος, την οποία ως ειδικό τυπικό προσόν, υποχρεούτο να κατέχει, προκειμένου να χωρήσει ο διορισμός του, στη θέση αυτή».

Παρά ταύτα δεν αποστείλατε διαβιβαστικό έγγραφο στην ως άνω Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Θεσσαλονίκης, ώστε να μην ανακληθεί η άδεια άσκησης του επαγγέλματός μου, κατά παράβαση της αρχής της χρηστής διοίκησης.

Ακολούθως, την 28.09.2009 κατέθεσα στο πρωτόκολλο, που τηρείτε ως ν.π.δ.δ., την με αριθμ. πρωτ. 713/28.09.2009 αίτηση θεραπείας μου, περί ανάκλησης της ως άνω πειθαρχικής ποινής, από το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο σας, όπου ανάμεσα σε άλλα έγγραφα, σας προσκόμισα και ολόκληρη την με αριθμ. 107/2009 γνωμοδότηση του ΝΣΚ.

Παρά ταύτα και πάλι δεν αποστείλατε διαβιβαστικό έγγραφο στην ως άνω Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Θεσσαλονίκης, ώστε πλέον να ανακληθεί η απόφαση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης, που ανακαλούσε την άδεια άσκησης του επαγγέλματός μου, ώστε να αποκατασταθεί η νομιμότητα, κατά παράβαση της αρχής της χρηστής διοίκησης.

Η ως άνω γνωμοδότηση έγινε εκ νέου αποδεκτή και από την νυν ηγεσία του ΥΚΚΑ, κ. Μαριλίζα Ξενογιανακοπούλου, την 20.11.2009, η οποία, επίσης, κατά τον ίδιο τρόπο κατέστη γνωστή, με το με αριθμ. πρωτ. Υ10β/Γ.Π.152705 διαβιβαστικό έγγραφο της Δ/νσης Προσωπικού Νομικών Προσώπων (Τμήμα Β΄) του ΥΚΚΑ, τόσο σε εσάς, όσο και σε όλες τις ΥΠΕ και τα νοσηλευτικά ιδρύματα της χώρας, και ως εκ τούτου, ουδόλως, μπορεί να αμφισβητηθεί η εγκυρότητα και ισχύ των διατάξεών της.
Παρά ταύτα και πάλι δεν αποστείλατε διαβιβαστικό έγγραφο στην ως άνω Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Θεσσαλονίκης, ώστε να ανακληθεί η απόφαση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης, που ανακαλούσε την άδεια άσκησης του επαγγέλματός μου, ώστε να αποκατασταθεί η νομιμότητα, κατά παράβαση της αρχής της χρηστής διοίκησης.

Δέον να σημειωθεί και να τονιστεί, στο σημείο αυτό, ότι οι γνωμοδοτήσεις του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους είναι υποχρεωτικές και δεσμευτικές για την Διοίκηση, μετά την αποδοχή τους από τον αρμόδιο υπουργό, σύμφωνα με το άρθρο 7 του Ν. 3086/2002 «Οργανισμός Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και Κατάσταση των Λειτουργών και των Υπαλλήλων του» (ΦΕΚ Α 324/23.12.2002), που τιτλοφορείται ως «Λειτουργία του Ν.Σ.Κ», το οποίο στην παρ. 4, στο εδ. 2, ορίζει ότι : «Μετά την αποδοχή τους (από τον αρμόδιο υπουργό), οι γνωμοδοτήσεις αποτελούν πράξεις, που είναι υποχρεωτικές για την Διοίκηση .

Επειδή το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους είναι το Ανώτατο Γνωμοδοτικό Όργανο του Κράτους, στο οποίο έχει ανατεθεί με νόμο (Ν. 3086/2002) κατόπιν συνταγματικής εξουσιοδότησης και θεμελίωσης (Σ άρθρο 100Α), η αρμοδιότητα καθοδήγησης των ενεργειών της διοίκησης με νομικές γνωμοδοτήσεις (άρθρο 2 ν. 3086/2002, που φέρει τον τίτλο «Αρμοδιότητες», περ. στ).

Επειδή οφείλετε να συμμορφωθείτε προς την ως άνω γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία ομόφωνα προέταξε την ισχύ των διατάξεων του Υπαλληλικού Κώδικα, έναντι των διατάξεων του Ν. 3252/2004 (ιδρυτικός νόμος ΕΝΕ), αναφορικά με τους νοσηλευτές-δημοσίους υπαλλήλους.

Επειδή η παράλειψή σας, να συμμορφωθείτε προς τις διατάξεις της ως άνω γνωμοδότησης, είναι μη σύννομη.

Επιπροσθέτως και παρά το γεγονός ότι είμαι εκλεγμένο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου σας, έχετε σταματήσει να με καλείτε στις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, ήδη από τον Νοέμβριο του 2008.

Επειδή ακόμη και το χρονικό διάστημα των τεσσάρων (4) μηνών, για το οποίο διεγράφη από μέλος της ΕΝΕ, ως πειθαρχική ποινή, δυνάμει της υπ’αριθμ. 1/6.4.2009 απόφασης του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου, έχει παρέλθει, ήδη, από 6.8.2009.

Επειδή, έκτοτε, και εντελώς, αυθαίρετα και αναιτιολόγητα δεν με έχετε καλέσει σε καμία συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου, παρά το γεγονός ότι είμαι εκλεγμένο μέλος σε αυτό και δη Β΄ Αντιπρόεδρος.

Επειδή ουδέποτε υπέβαλλα την παραίτησή μου από μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου.

Επειδή σε καμία διάταξη του ιδρυτικού νόμου της ΕΝΕ (Ν. 3252/2004) δεν προβλέπεται η έκπτωση μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΝΕ, λόγω επιβολής σε βάρος του της πειθαρχικής ποινής της προσωρινής διαγραφής από μέλος της ΕΝΕ.

Επειδή η δράση σας, ως διοίκηση, κατά τον τρόπο αυτό, αντιβαίνει στην αρχή της χρηστής διοίκησης, στην αρχή της νομιμότητας και πρωτίστως στην δημοκρατική αρχή.

Επειδή η δράση σας, ως διοίκηση, κατά τον τρόπο αυτό, μου έχει προκαλέσει, ήδη, ανεπανόρθωτη ηθική βλάβη και έχει πλήξει την τιμή και την υπόληψή μου.

Eπειδή έχω πρόδηλο έννομο συμφέρον.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Και με ρητή επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματός μου, για την διαφύλαξη και προάσπιση των δικαιωμάτων μου.

ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΟΜΑΙ

Έντονα για την παράνομη, καταχρηστική, αυθαίρετη, αναιτιολόγητη και αντιβαίνουσα στις αρχές της νομιμότητας, της χρηστής διοίκησης, της καλής λειτουργίας της διοίκησης, της ενότητας, ταυτότητας και ασφάλειας του δικαίου, και κυρίως στην δημοκρατική αρχή, συμπεριφορά σας.


ΣΑΣ ΚΑΛΩ

Εντός δέκα (10) ημερών από την λήψη της παρούσας να συμμορφωθείτε προς τις επιταγές του νόμου και να με ενημερώσετε, εγγράφως για την ημερομηνία της επόμενης συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου, και να με καλέσετε, ώστε να παραστώ, ασκώντας το καθήκον μου απέναντι στα μέλη της ΕΝΕ, που με τίμησαν με την ψήφο τους και με εξέλεξαν ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου.

Επιπλέον, σας καλώ, να με ενημερώσετε, εγγράφως, εντός της ίδιας ως άνω προθεσμίας, για το αν και πότε διαβιβάσατε στο Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο της ΕΝΕ την με αριθμό πρωτ. 713/28.09.2009 αίτηση θεραπείας μου.

Τέλος, σας καλώ, να διαβιβάσετε στο Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο την από 18.12.2009 και με αριθμό πρωτ. 1021/29.12.2009 αίτηση θεραπείας μου, σε συνέχεια της ως άνω 713/28.09.2009 αίτησής μου, περί ανάκλησης της ως άνω πειθαρχικής ποινής, για τους αναφερόμενους, σε αυτήν, λόγους.

ΣΑΣ ΔΗΛΩΝΩ

Ότι σε διαφορετική περίπτωση, θα ασκήσω κάθε πρόσφορο νόμιμο δικαίωμα μου για την προάσπιση των δικαιωμάτων μου.


Αρμόδιος δικαστικός επιμελητής παραγγέλλεται να επιδώσει νομίμως την παρούσα στο ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «Ένωση Νοσηλευτών-τριων Ελλάδας», που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού Βασ. Σοφίας, αρ. 47, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, προς γνώση του, και για τις νόμιμες συνέπειες, αντιγράφοντας την παρούσα, ολόκληρη, στην έκθεση αυτού επιδόσεως.


Γίνεται μνεία ότι επεκολλήθη ένσημο ΤΠΔΑ εκ 1,15 ευρώ

Αθήνα, 21/12/2009
Η πληρεξούσια δικηγόρος

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2009

ΑΙΤΗΣΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ

Ενώπιον του Aνωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου του ν.π.δ.δ με την επωνυμία «Ένωση Νοσηλευτών-τριών Ελλάδας (Ε.Ν.Ε.), που εδρεύει


στην Αθήνα, οδός Βασ. Σοφίας, αρ. 47, όπως νόμιμα εκπροσωπείται.
ΑΙΤΗΣΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ

Του Κωνσταντίνου Μπουμπάρη του Βασιλείου, κατοίκου Θεσσαλονίκης, οδός Αργυρίου Εφταλιώτη, αρ. 4.
ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΚΛΗΣΗ

Της με αριθμ. 1/6-4-2009 απόφαση του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου της Ε.Ν.Ε.
Tην 28.09.2009 κατέθεσα στο πρωτόκολλο του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «Ένωση Νοσηλευτών-τριών Ελλάδας (Ε.Ν.Ε.) την με αριθμ. πρωτ. 713/28.09.2009 αίτηση θεραπείας μου (με όλα τα σχετικά έγγραφα), απευθυνόμενος προς το Συμβούλιο σας, με αίτημα την ανάκληση της υπ’ αριθμ. 1/6-4-2009 απόφασή σας, δυνάμει της αποδοχής της με αριθμ. 107/2009 ομόφωνης γνωμοδότησης του Γ΄ Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, από τον τέως υπουργό Υγείας κ. Αβραμόπουλο, την 10.06.2009.
Η ως άνω γνωμοδότηση ορίζει ρητά ότι :

1. Το Συμβούλιo σας δεν έχει αρμοδιότητα για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης κατά νοσηλευτή – δημοσίου υπαλλήλου.

2. Η εν λόγω κύρωση (πειθαρχική δίωξη, επιβολή πειθαρχικής ποινής, και, αναλόγως, αυτής, η αυτοδίκαιη αναστολή της άδειας άσκησης επαγγέλματος) δεν μπορεί να επιβληθεί σε βάρος νοσηλευτή – δημοσίου υπαλλήλου, είτε αυτός είναι μέλος της Ε.Ν.Ε., είτε όχι, και πάντως άν ήθελε επιβληθεί τέτοια κύρωση, η προβλεπόμενη υπό της διατάξεως, αυτοδίκαιη αναστολή της άδειας άσκησης επαγγέλματος, ουδόλως θα επηρέαζε την παροχή των νοσηλευτικών του καθηκόντων στο ν.π.δ.δ., όπου υπηρετεί. Τούτο διότι ο δημόσιος υπάλληλος νοσηλευτής επιτελεί το δημοσιουπαλληλικό καθήκον του κλάδου του, ως εκ της ιδιότητάς του ως δημοσίου υπαλλήλου, διορισμένου σε συγκεκριμένη οργανική θέση, ορισμένου κλάδου και όχι ως εκ της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος, την οποία ως ειδικό τυπικό προσόν, υποχρεούτο να κατέχει, προκειμένου να χωρήσει ο διορισμός του, στη θέση αυτή».

3. Γίνεται διάκριση μεταξύ άσκησης του Νοσηλευτικού επαγγέλματος και της άσκησης καθηκόντων του κλάδου ή της ειδικότητας του δημοσίου υπαλλήλου και, εν προκειμένω, υπαλλήλου του ειδικού κλάδου Νοσηλευτών, επισκεπτών και μαιών, που συστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 102 του Ν. 2071/1992.

4. Ως άσκηση νοσηλευτικού επαγγέλματος, νοείται εν προκειμένω κατά την παρ. 3 του άρθρου 31 του Ν. 3252/2004, μόνο η άσκηση ιδιωτικώς της νοσηλευτικής, είτε από νοσηλευτές, εργαζόμενους σε ιδιωτικές κλινικές ή ιδιωτικούς φορείς παροχής υπηρεσιών υγείας, είτε από νοσηλευτές, οι οποίοι ασκούν το ιδιωτικό τους έργο σε επαγγελματικό κατάστημα νοσηλευτών, είτε από νοσηλευτές, που ασκούν το επάγγελμα τους ελευθέρως.

5. Ακολούθως, το Συμβούλιο Σας είναι αρμόδιο να ασκήσει πειθαρχική δίωξη μόνο κατά νοσηλευτή, που ασκεί ιδιωτικώς την νοσηλευτική, κατά τα ανωτέρω οριζόμενα στην παρ. 3 και όχι κατά νοσηλευτή καθηκόντων του κλάδου ή της ειδικότητας του δημοσίου υπαλλήλου και, εν προκειμένω, υπαλλήλου του ειδικού κλάδου Νοσηλευτών, επισκεπτών και μαιών, που συστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 102 του Ν. 2071/1992.

6. Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή θα οδηγούσε σε κατάλυση της αυτοτέλειας του ν.π.δ.δ., του οποίου υπάλληλος είναι ο νοσηλευτής, αφού στοιχείο της αυτοτέλειας είναι και η αυτοβουλία του ν.π.δ.δ. ως προς την άσκηση πειθαρχικής εξουσίας επί του προσωπικού του (ΣτΕ 318/48, 751/1949) ενώ (και δεδομένου ότι τα πειθαρχικά συμβούλια της ΕΝΕ, που προβλέπονται από το άρθρο 24 του Ν. 3252/2004 ταυτίζονται με τα Περιφερειακά Συμβούλια της ΕΝΕ, που ενδεχομένως απαρτίζονται από αιρετά μέλη, και συνεπώς ενδεχομένως από μη δημόσιους υπαλλήλους) θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι επιτρέπεται ο λειτουργικός υποβιβασμός δημοσίου υπαλλήλου με απόφαση «υπηρεσιακού συμβουλίου» (Πειθαρχικού Συμβουλίου), που δεν αποτελείται τουλάχιστον κατά τα δύο τρίτα από μόνιμους δημοσίους υπαλλήλους, σε κατ’ ευθείαν αντίθεση προς το άρθρο 103 παρ. 4 του Συντάγματος.»

7. Βάσει των οριζομένων στην ως άνω γνωμοδότηση και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι είμαι νοσηλευτής καθηκόντων του κλάδου ή της ειδικότητας του δημοσίου υπαλλήλου και, εν προκειμένω, υπαλλήλου του ειδικού κλάδου Νοσηλευτών, επισκεπτών και μαιών, που συστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 102 του Ν. 2071/1992, δεν είχατε καμία αρμοδιότητα να ασκήσετε πειθαρχική δίωξη σε βάρος μου, πολύ δε περισσότερο δεν είχατε καμία αρμοδιότητα να μου επιβάλλετε οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή.

8. Δέον να σημειωθεί και να τονιστεί, στο σημείο αυτό, ότι οι γνωμοδοτήσεις του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους είναι υποχρεωτικές και δεσμευτικές για την Διοίκηση, μετά την αποδοχή τους από τον αρμόδιο υπουργό, σύμφωνα με το άρθρο 7 του Ν. 3086/2002 «Οργανισμός Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και Κατάσταση των Λειτουργών και των Υπαλλήλων του» (ΦΕΚ Α 324/23.12.2002), που τιτλοφορείται ως «Λειτουργία του Ν.Σ.Κ», το οποίο στην παρ. 4, στο εδ. 2, ορίζει ότι : «Μετά την αποδοχή τους (από τον αρμόδιο υπουργό), οι γνωμοδοτήσεις αποτελούν πράξεις, που είναι υποχρεωτικές για την Διοίκηση .

Επειδή η αποδοχή, της ως άνω γνωμοδότησης, κατέστη, ήδη, γνωστή στο ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «Ένωση Νοσηλευτών-τριων Ελλάδας, με την από 23.06.2009 ερμηνευτική εγκύκλιο του ΥΚΚΑ (Διεύθυνση Προσωπικού Νομικών Προσώπων), η οποία απεστάλη σε όλες τις ΥΠΕ της χώρας και σε όλα τα νοσηλευτικά ιδρύματα της αρμοδιότητάς τους.

Επειδή η ως άνω γνωμοδότηση έγινε εκ νέου αποδεκτή και από την νυν ηγεσία του ΥΚΚΑ, κ. Μαριλίζα Ξενογιανακοπούλου, την 20.11.2009, η οποία, επίσης, κατά τον ίδιο τρόπο κατέστη γνωστή, με το με αριθμ. πρωτ. Υ10β/Γ.Π.152705 διαβιβαστικό έγγραφο της Δ/νσης Προσωπικού Νομικών Προσώπων (Τμήμα Β΄) του ΥΚΚΑ, τόσο στην ΕΝΕ όσο και σε όλες τις ΥΠΕ και τα νοσηλευτικά ιδρύματα της χώρας, και ως εκ τούτου, ουδόλως, μπορεί να αμφισβητηθεί η εγκυρότητα και ισχύ των διατάξεών της.

Επειδή, έπεται ότι η γνώση του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «Ένωση Νοσηλευτών-τριων Ελλάδας, αναφορικά τόσο με την από 10.06.2009 αποδοχή της ως άνω γνωμοδότησης, από τον τέως Υπουργό Υγείας κ. Αβραμόπουλο, όσο και με την εκ νέου αποδοχή και από την νυν ηγεσία του ΥπουργείουΥγείας, κ. Μαριλίζα Ξενογιανακοπούλου, την 20.11.2009, κατέστη και δική σας γνώση, δεδομένου, ότι είστε όργανο του ως άνω ν.π.δ.δ., εκλεγμένο από τα μέλη του και θεσμικά προβλεπόμενο από τον Ν. 3252/2004.

Επειδή παρά ταύτα, ουδέποτε ανακαλέσατε την, προσβαλλόμενη με την παρούσα, απόφασή σας, υπ’ αριθμ. 1/6.4.2009, ως οφείλατε, καθόσον είχατε υποχρέωση, σύμφωνα με τον Ν. 3086/2002, να συμμορφωθείτε με την ως άνω γνωμοδότηση, στα πλαίσια της νομιμότητας της δράσης της διοίκησης, της εμπέδωσης της κοινωνικής ειρήνης και της ασφάλειας δικαίου.

Επειδή, επιπροσθέτως, όχι μόνο, ουδέποτε, ανακαλέσατε την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 1/6.4.2009 απόφασή σας, αλλά ούτε καν απαντήσατε, στην ως άνω αίτηση θεραπείας μου, παρά το γεγονός ότι είχατε υποχρέωση προς τούτο, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (Ν.2690/1999, ΦΕΚ Α΄45/9.3.1999), τo οποίο προβλέπει την αίτηση θεραπείας, ως διοικητική πρσφυγή, και το οποίο ορίζει επί λέξει ότι: « Η διοικητική αρχή στην οποία υποβάλλεται η, κατά την προηγούμενη παράγραφο, αίτηση, οφείλει να γνωστοποιήσει στον ενδιαφερόμενο, την απόφασή της, για την αίτηση αυτή, το αργότερο μέσα σε τριάντα (30) ημέρες, εκτός αν από ειδικές διατάξεις προβλέπεται διαφορετική προθεσμία».

Επειδή η υποχρέωση σας, να απαντήσετε στην αίτηση θεραπείας μου, εδράζεται και στο άρθρο 10 του Συντάγματος, που θεσπίζει και κατοχυρώνει αφ’ ενός το δικαίωμα του αναφέρεσθαι στις αρχές, ως ατομικό δικαίωμα, και αφ’ετέρου την υποχρέωση της διοίκησης να απαντά στις αιτήσεις και αναφορές των πολιτών.

Επειδή η παράλειψή σας να ανακαλέσετε την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 1/6.4.2009 απόφασή σας ή έστω και να απαντήσετε στην ως άνω αίτηση θεραπείας μου, προσκρούει στην αρχή της χρηστής διοίκησης και στην αρχή της νομιμότητας, που πρέπει να διαπνέει το συμβούλιο σας, ως διοικητικό όργανο.

Επειδή η δράση σας, κατά τον τρόπο αυτό, δεν είναι σύννομη.

Επειδή, και σε συνέχεια της ως άνω αίτησης θεραπείας μου, επανέρχομαι με την παρούσα αίτηση θεραπείας, απευθυνόμενη προς το συμβούλιο σας, καλώντας σας, μετά και την εκ νέου αποδοχή της ως άνω γνωμοδότησης και από την νέα υπουργό Υγείας κ. Μαριλίζας Ξενογιανακοπούλου την 20.11.2009, να επανεξετάσετε την υπόθεσή μου και να ανακαλέσετε την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 1/6.4.2009 απόφαση σας και με τον τρόπο αυτό να συμμορφωθείτε προς την εν λόγω γνωμοδότηση, η οποία είναι δεσμευτική και υποχρεωτική για το συμβούλιο σας, το οποίο συνιστά διοικητικό όργανο.

Επειδή το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους είναι το Ανώτατο Γνωμοδοτικό Όργανο του Κράτους, στο οποίο έχει ανατεθεί με νόμο (Ν. 3086/2002) κατόπιν συνταγματικής εξουσιοδότισης και θεμελίωσης (Σ άρθρο 100Α), η αρμοδιότητα καθοδήγησης των ενεργειών της διοίκησης με νομικές γνωμοδοτήσεις (άρθρο 2 ν. 3086/2002, που φέρει τον τίτλο «Αρμοδιότητες», περ. στ).

Επειδή οφείλετε να συμμορφωθείτε προς την ως άνω γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία ομόφωνα προέταξε την ισχύ των διατάξεων του Υπαλληλικού Κώδικα έναντι των διατάξεων του Ν. 3252/2004.

Επειδή οφείλετε να με ενημερώσετε και για το αν και πότε διαβιβάστηκε στο Συμβούλιο σας, η με αριθμ. πρωτ. 713/28.09.2009 αίτηση θεραπείας μου (με όλα τα σχετικά προσκομιζόμενα έγγραφα).

Επειδή η προσβαλλόμενη πράξη – απόφαση σας, μου έχει ήδη προκαλέσει ανεπανόρθωτη ηθική βλάβη και έχει πλήξει βάναυσα την τιμή και την υπόληψή μου.

Επειδή από τα ανωτέρω καθίσταται πρόδηλο το προσωπικό, άμεσο και ενεστώς έννομο συμφέρον μου για την υποβολή της παρούσας, επί τω τέλει όπως ανακληθεί η προσβαλλόμενη πράξη – απόφαση σας .

Επειδή η παρούσα αίτησή μου είναι νόμιμη και βάσιμη.

Πληρεξούσια και αντίκλητο δικηγόρο διορίζω με την παρούσα την Δικηγόρο Αθηνών, Αδαμαντία Κωστάκου, κάτοικο Αθηνών, οδός Δεριγνύ , αρ. 28-30.

Επειδή προσκομίζω και επικαλούμαι τα ακόλουθα έγγραφα:

1. την υπ’αριθμ. 107/2009 γνωμοδότηση του ΝΣΚ.

2. Την με αριθμ. πρωτ. Υ10β/Γ.Π.55541/23.06.2009 ερμηνευτική εγκύκλιο του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.

3. Το με αριθμ. πρωτ. Υ10β/Γ.Π.152705/20.11.2009 διαβιβαστικό έγγραφο της Δ/νσης Προσωπικού Νομικών Προσώπων του ΥΚΚΑ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

και με την επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματός μου.

ΑΙΤΟΥΜΑΙ

1. Να γίνει δεκτή η παρούσα αίτησή μου.

2. Να ανακαλέσετε την υπ’ αριθμ. 1/6.4.2009 απόφασή σας.



Αθήνα, 18.12.2009

Για τον αιτούντα

Η Πληρεξούσια Δικηγόρος

Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2009



Επίπεδα αξιολόγησης υπηρεσιών και συστημάτων υγείας


Οι υπηρεσίες και τα συστήματα υγείας μπορούν να αναλυθούν και να αξιολογηθούν σε διαφορετικά επίπεδα. Έχουν προταθεί διάφορες ταξινομήσεις για τα επίπεδα αυτά. Σύμφωνα με τον Donabedian, υπάρχουν τέσσερα επίπεδα αξιολόγησης στο χώρο της υγείας.

Α) η αξιολόγηση των εισροών αποτιμά τους ανθρώπινους και υλικούς πόρους μιας υπηρεσίας υγείας. Αξιολογείται δηλαδή, το προσωπικό, ο εξοπλισμός, οι εγκαταστάσεις, το κόστος, καθώς και οι άλλοι παράγοντες που καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τη δομή και το περιεχόμενο μιας υπηρεσίας υγείας.

Β) η αξιολόγηση της διαδικασίας παροχής υπηρεσιών αναφέρεται στην αποτίμηση της οργάνωσης και της ποιότητας των «ενδιάμεσων» παρεχόμενων υπηρεσιών. Η αξιολόγηση της ποιότητας αποτελεί έναν ταχέως αναπτυσσόμενο τομέα αξιολόγησης, που εντάσσεται στις διαδικασίες διασφάλισης και βελτίωσης της ποιότητας.

Γ) η αξιολόγηση των ενδιάμεσων εκροών εκτιμά τη χρήση των υπηρεσιών υγείας (π.χ. νοσοκομειακών κρεβατιών, ιδιωτικών ή εξωτερικών ιατρείων) και τον όγκο του άμεσα παραγόμενου προϊόντος (π.χ. εργαστηριακών εξετάσεων, εμβολιασμών ή χειρουργικών επεμβάσεων). Οι ενδιάμεσες εκροές χρησιμοποιούνται ως μέτρο της αποτελεσματικότητας μιας υπηρεσίας υγείας σε πολλές περιπτώσεις όπου είναι δύσκολη ή χρονοβόρα η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων της. Η σχέση εισροών προς εκροές αποτελεί το μέτρο της αποδοτικότητας μιας υπηρεσίας.

Δ) η αξιολόγηση τω αποτελεσμάτων αποτελεί τον τελικό στόχο της αξιολόγησης και αναφέρεται στις επιπτώσεις στην υγεία του ατόμου ή του πληθυσμού. Η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων μπορεί να πραγματοποιηθεί κατά τη διάρκεια λειτουργίας της υπηρεσίας ή αναδρομικά μετά την ολοκλήρωση μιας περιόδου λειτουργίας της, όταν θα είναι πλέον εμφανείς οι επιπτώσεις στην υγεία με τη χρήση δεικτών νοσηρότητας και θνητότητας που προκύπτουν από επιδημιολογικές έρευνες πεδίου, τους δείκτες θνητότητας, τους πίνακες επιβίωσης, τις καμπύλες επιβίωσης, καθώς και με τη χρήση σύγχρονων δεικτών που μετρούν τη διάσταση της σωματικής, ψυχικής και κοινωνικής ευεξίας είναι δυνατή η συνεχής και συστηματική αξιολόγηση του επιπέδου υγείας.

Η συνδυασμένη αξιολόγηση και των τεσσάρων επιπέδων φροντίδας με τη χρήση κατάλληλων δεικτών μπορεί να οδηγήσει στην ολοκληρωμένη αποτίμηση μιας υπηρεσίας υγείας ή συστημάτων υγείας.

Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2009




Κοινωνική πρόνοια


Κοινωνική Πρόνοια ονομάζεται το σύνολο των παροχών και των μέτρων που αναφέρονται σε ευπαθείς κοινωνικές ομάδες και που έχουν σαν στόχο τη μείωση της ανισότητας των ομάδων αυτών σε σχέση με τον υπόλοιπο πληθυσμό. Οι προνοιακές παροχές είναι μη ανταποδοτικού χαρακτήρα, βαρύνουν κυρίως τον κρατικό προϋπολογισμό και αποτελούν τον πλέον αντικειμενικό δείκτη αξιολόγησης της κοινωνικής ευαισθησίας της πολιτείας. Η Κοινωνική πρόνοια οφείλει να μην στηρίζεται, αποκλειστικά και μόνο, στην επιδοματική αντίληψη αλλά να περιλαμβάνει ένα σύνολο μέτρων που να εξυπηρετούν αποτελεσματικά τον κύριο στόχο της. Μέσα από τη λογική αυτή, η έννοια της «ευπαθούς κοινωνικής ομάδας» οφείλει να καθορίζεται σύμφωνα με τις κοινωνικές ανάγκες της εποχής και με την ταυτόχρονη διεύρυνση των δραστηριοτήτων και των παροχών του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος. Σήμερα, υπάρχουν μεγάλα προβλήματα τα οποία απαιτούν σημαντική παρέμβαση της κοινωνικής πρόνοιας και μια σειρά άλλα, που έχουν απόλυτη ανάγκη κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, στη βάση μιας πλέον σύγχρονης και αποτελεσματικής αντίληψης.

Τα προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας που απαιτούν αποτελεσματικές πολιτικές είναι τα εξής:

• Ο μεγάλος αριθμός των μόνιμα κινητικά αναπήρων. Σε μεγάλο βαθμό, το πρόβλημα αυτό αναφέρεται σε άτομα νέας ηλικίας με τεράστιες μακροχρόνιες κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις, για το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας.

• Ο συνεχώς αυξανόμενος αριθμός ατόμων που ανήκουν σε συγκεκριμένες ευπαθείς ομάδες όπως:

• Τα άτομα με ειδικές ανάγκες

• Οι τελείως ανασφάλιστοι

• Οι Έλληνες Τσιγγάνοι, στο βαθμό που οι ίδιοι επιθυμούν την ένταξή τους στις κοινωνικές και λειτουργικές δομές του κράτους, με άμεση προτεραιότητα σε θέματα στέγασης, παιδείας και υγείας

• Τα άτομα τρίτης ηλικίας που διακρίνονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες, με τελείως διαφορετική προσέγγιση στην αντιμετώπισή τους: α) Σε όσους μπορούν ακόμα να απασχοληθούν, έστω και μερικώς, στην παραγωγική διαδικασία, και β) Στους υπέργηρους και μη δυνάμενους να αυτοεξυπηρετηθούν, για τους οποίους οφείλει να επεκταθεί και να λειτουργήσει στη σωστή του βάση το σύστημα «βοήθεια στο σπίτι». Παράλληλα, επιβάλλεται η αναθεώρηση και ο εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας περί «Οίκων Ευγηρίας».

• Οι αποθεραπευμένοι χρήστες ναρκωτικών ουσιών, η κοινωνική επανένταξη των οποίων οφείλει να αποτελεί αντικείμενο και της Κοινωνικής Πρόνοιας.

• Η ύπαρξη μεγάλων περιφερειακών ανισοτήτων στην παροχή προνοιακών υπηρεσιών. Υπάρχει Πρόνοια δύο ταχυτήτων: μία του Δημόσιου Τομέα σε ορισμένες «τυχερές» περιοχές της χώρας μας, όπου τα προνοιακά ιδρύματα λειτουργούν ως αποκεντρωμένες μονάδες Πρόνοιας και οι όποιες αδυναμίες τους μπορούν να καλυφθούν στο μέλλον με μία σωστή προνοιακή στρατηγική και προγραμματισμό. Και μία άλλη, όπου ολόκληρες γεωγραφικές περιοχές δεν έχουν καμία προνοιακή υποδομή. Οι υπάρχουσες υποδομές με τη μορφή αναγνωρισμένων Φιλανθρωπικών Σωματείων και Ν.Π.Ι.Δ. ασφυκτιούν οικονομικά, οδηγούνται σε κλείσιμο και οι εργαζόμενοι είναι επί μήνες απλήρωτοι και κυριολεκτικά επαιτούν οικονομικές ενισχύσεις από το Υπουργείο Υγείας - Πρόνοιας μέσω των κρατικών λαχείων.

• Η αθρόα είσοδος στη χώρα μας οικονομικών μεταναστών, η υποδοχή των οποίων θα έπρεπε να αποτελεί αντικείμενο της Κοινωνικής πρόνοιας, με κέντρα υποδοχής, ώστε να εξασφαλίζονται συνθήκες υγιεινής βραχύχρονης διαμονής, έως ότου οι υπηρεσίες του κράτους αποφασίσουν για την παραμονή τους στον τόπο μας.

Η Κοινωνική πρόνοια, κατάλληλα οργανωμένη, μπορεί να αποτελέσει σημαντικό παράγοντα αποκατάστασης, κοινωνικής επανένταξης, επαγγελματικού προσανατολισμού και γενικά, εισόδου στην παραγωγική διαδικασία. Αυτό βεβαίως, είναι δυνατό να γίνει μόνο με συνολική αλλαγή της πολιτικής της Κοινωνικής Πρόνοιας και στροφή της από τη σημερινή επιδοματική της αντίληψη στην παραγωγική αντίληψη της αποκατάστασης και της κοινωνικό-επαγγελματικής ένταξης ή επανένταξης. Η αντίληψη αυτή αποτελεί σήμερα τον πυρήνα της αντίστοιχης πολιτικής των προηγμένων χωρών και συνιστά θέση αδιαπραγμάτευτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως εκφράζεται στα σχετικά της προγράμματα. Η βαρύτητα, εξάλλου, που έχουν προσδώσει οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα ευρύτερα θέματα Πρόνοιας, έχει συνοδευτεί από πληθώρα χρηματοδοτικών πρωτοκόλλων, τα οποία είναι δυνατόν με κατάλληλο σχεδιασμό και αξιοποίηση να ενισχύσουν ουσιαστικά την προνοιακή πολιτική της χώρας μας (αρκεί βεβαίως να συνδυαστούν με πολιτική βούληση και τεχνοκρατική ικανότητα εκ μέρους της Πολιτείας).

Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2009





Δαπάνες υγείας και χρηματοδότηση


Στα κρίσιμα πεδία των δαπανών υγείας και της χρηματοδότησης, τα σημαντικότερα προβλήματα είναι τα εξής:

• Υψηλό ποσοστό δαπανών υγείας (περί το 10% του ΑΕΠ), από το οποίο το 57% είναι το ποσοστό για ιδιωτικές δαπάνες υγείας

• Αδυναμία συγκράτησης των δαπανών υγείας και ιδιαίτερα της φαρμακευτικής δαπάνης

• Αυξημένη χρησιμοποίηση ιδίων πόρων από τα νοικοκυριά – Παραοικονομία (μεγάλη διαφοροποίηση μεταξύ δεδομένων των εθνικών λογαριασμών και της έρευνας οικογενειακών προϋπολογισμών).

• Χαμηλό ποσοστό δημοσίων δαπανών για Π.Φ.Υ. και υψηλό ποσοστό ιδιωτικών δαπανών

• Ανυπαρξία δημοσίων δαπανών για οδοντιατρική περίθαλψη.

• Απουσία ολοκληρωμένου πληροφοριακού συστήματος.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ οι συνολικές (δημόσιες και ιδιωτικές) δαπάνες υγείας στην Ελλάδα ανήλθαν το 2005 στο 10,1% του ΑΕΠ, υπερβαίνοντας κατά πολύ τον μέσο όρο των 30 χωρών του ΟΟΣΑ (9,0%). Για το 2006 το ποσοστό επί του ΑΕΠ περιορίσθηκε στην Ελλάδα σε 9,1% (μέσος όρος χωρών ΟΟΣΑ 8,9%), ήδη δε υπολογίζεται με βάση άλλες εκτιμήσεις ότι το 2009 θα ανέλθει στο 9,7%. Τα ποσοστά αυτά, ωστόσο, είναι υψηλότερα από τα αντίστοιχα της Μ. Βρετανίας, Νορβηγίας, Αυστραλίας, Ισπανίας, Ιαπωνίας, Φινλανδίας, Ιρλανδίας, Λουξεμβούργου κ.λπ.

Μεγάλο μέρος των ήδη πραγματοποιούμενων δαπανών οφείλεται, αφενός στην έλλειψη συστήματος διοίκησης του δημόσιου τομέα υγείας, αφετέρου στην προκλητή ζήτηση υπηρεσιών που σημειώνεται και στους δύο τομείς (δημόσιο και ιδιωτικό).

Το πραγματικό πρόβλημα εντοπίζεται στην εσωτερική σύνθεση των συνολικών δαπανών υγείας (δημόσιες και ιδιωτικές) που σημειώνεται στην Ελλάδα και αναδεικνύει τις σοβαρές στρεβλώσεις («μαύρη οικονομία») του υγειονομικού συστήματος.

Συγκεκριμένα, οι δημόσιες δαπάνες υγείας, ως ποσοστό των συνολικών, ανέρχονταν σε 55% το 1980, σε 53% το 1990, σε 44% το 2000 και σε 43% το 2005. Το τελευταίο αυτό ποσοστό είναι το μικρότερο μεταξύ των 30 χωρών του ΟΟΣΑ, στις οποίες ο μέσος όρος των δημοσίων δαπανών υγείας, ως ποσοστό του συνόλου, ανέρχεται (2005) σε 71%, έναντι 74% που ήταν το 1980. Ενώ δηλαδή στις χώρες του ΟΟΣΑ, κατά την περίοδο 1980-2005 σημειώθηκε μέση μείωση του ποσοστού των δημοσίων δαπανών υγείας κατά 4%, στην Ελλάδα η μείωση έφτασε το 22%.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το ελληνικό υγειονομικό σύστημα βρίσκεται σε συνεχή και επιταχυνόμενη πορεία «ιδιωτικοποίησης», με την έννοια ότι ο πληθυσμός υποχρεώνεται σε άμεσες πληρωμές για την κάλυψη των αναγκών του, παρότι έχει ήδη προπληρώσει μέσω της κοινωνικής ασφάλισης. Εκτιμάται ότι υπό τις παρούσες συνθήκες, ακόμη και αν αυξηθούν οι δημόσιες δαπάνες υγείας, δεν θα υπάρξει αντιστροφή του φαινομένου, εξαιτίας της παντελούς έλλειψης συστήματος επιστημονικής διοίκησης και ελέγχου της σχέσης κόστους/αποτελεσματικότητας.

Ποια είναι η σημερινή πραγματικότητα

Είναι δεδομένο ότι υπάρχει κακή διαχείριση και σπατάλη των πόρων, τόσο των ανθρώπινων όσο και των οικονομικών. Οι αιτίες είναι συγκεκριμένες:

• Υπάρχουν σημαντικές ελλείψεις στο προσωπικό, ιδίως στις ειδικότητες που σχετίζονται με τις οικονομικές υπηρεσίες και τη σύγχρονη τεχνολογία, ενώ ούτε το υπάρχον προσωπικό αξιοποιείται ορθολογικά.

• Οι προμήθειες συχνά γίνονται είτε χωρίς προγραμματισμό και χωρίς διαγωνισμό, είτε με «φωτογραφικούς» διαγωνισμούς.

• Δεν υπάρχει αντιστοιχία των προμηθειών με τις πραγματικές ανάγκες των νοσοκομείων και δεν γίνεται έλεγχος του ισοζυγίου προμηθειών και κατανάλωσης από τους ασθενείς.

• Παρατηρείται σημαντικός αριθμός μη απαραίτητων εργαστηριακών και κλινικών εξετάσεων.

• Οι ισολογισμοί πολλές φορές είναι πλασματικοί, ενώ δεν γίνεται απολογισμός στο κάθε νοσοκομείο, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να εξαχθούν ούτε καν στοιχειώδη συμπεράσματα για το ποιο είναι το συνολικό κόστος και πώς μπορεί να περιοριστεί η σπατάλη. Και βέβαια, δεν υπάρχουν ούτε συγκριτικά στοιχεία τα οποία να επιτρέπουν τον έλεγχο.

• Επιπλέον, καθυστερεί σημαντικά η χρηματοδότηση των νοσοκομείων, με αποτέλεσμα οι προμήθειες τελικά να επιβαρύνονται με αύξηση 20-30%, λόγω καθυστέρησης στην αποπληρωμή. Αυτό άλλωστε αποτελεί και ένα επιπλέον «παράθυρο» παράνομης συναλλαγής.

Σε τελευταία ανάλυση, αν ερωτηθεί σήμερα το υπουργείο Υγείας ποια είναι η πραγματική κατάσταση σε οποιοδήποτε νοσοκομείο, δεν θα μπορεί να απαντήσει. Για κανένα νοσοκομείο δεν υπάρχει πλήρης εικόνα. Πρόκειται για μία απαράδεκτη κατάσταση, η οποία πρέπει να αντιμετωπιστεί άμεσα, ώστε να εξοικονομηθούν πόροι και ταυτόχρονα να βελτιωθεί η ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών. Χαρακτηριστικά, για την κατάσταση που επικρατεί στα νοσοκομεία, η εικόνα είναι τραγική. Το χρέος των νοσοκομείων ύψους 1 δισ. Ευρώ  ρυθμίστηκαν με μεσομακροπρόθεσμο τραπεζικό δανεισμό μετά την ψήφιση, μάλιστα, διάταξης που νομιμοποιούσε παράνομες συμβάσεις, οι οποίες είχαν κριθεί μη πληρωτέες από το Ελεγκτικό Συνέδριο. Σήμερα, τα νέα χρέη των Νοσοκομείων έχουν ξεπεράσει τα 6,2 δισ. Ευρώ.